ψεύτικος


ψεύτικος


(επίθετο – mbiemër)
i rremë

fals

artificial

i një cilësie të dobët

ενικός
ονομαστική ψεύτικος ψεύτικη ψεύτικο
γενική ψεύτικου ψεύτικης ψεύτικου
αιτιατική ψεύτικο ψεύτικη ψεύτικο
κλητική ψεύτικε ψεύτικη ψεύτικο
πληθυντικός<
ονομαστική ψεύτικοι ψεύτικες ψεύτικα
γενική ψεύτικων ψεύτικων ψεύτικων
αιτιατική ψεύτικους ψεύτικες ψεύτικα
κλητική ψεύτικοι ψεύτικες ψεύτικα

Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό → "ψεύτικος":
ψεύτικος → wiktionary
ψεύτικος → wikipedia
ψεύτικος → lexigram


Cito
greqisht.shqipopedia.org/ψεύτικος

Lidhje - URL/LINK: http://greqisht.shqipopedia.org/%cf%88%ce%b5%cf%8d%cf%84%ce%b9%ce%ba%ce%bf%cf%82
Përkthim greqisht shqip – Μετάφραση Ελληνικά Αλβανικά
"ψεύτικος," te Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό
__________________________________
§ Shqipopedia ©
2013 - 2017

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *