ψηλοτάκουνος


ψηλοτάκουνος

(αρσενικό ουσιαστικό- emër. gjin. mashk.)
takë e lartë

ενικός πληθυντικός
ονομαστική ο ψηλοτάκουνος οι ψηλοτάκουνοι
γενική του ψηλοτάκουνου των ψηλοτάκουνων
αιτιατική τον ψηλοτάκουνο τους ψηλοτάκουνους
κλητική ψηλοτάκουνε ψηλοτάκουνοι

Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό → "ψηλοτάκουνος":
ψηλοτάκουνος → wiktionary
ψηλοτάκουνος → wikipedia
ψηλοτάκουνος → lexigram


Cito
greqisht.shqipopedia.org/ψηλοτάκουνος

Lidhje - URL/LINK: http://greqisht.shqipopedia.org/%cf%88%ce%b7%ce%bb%ce%bf%cf%84%ce%ac%ce%ba%ce%bf%cf%85%ce%bd%ce%bf%cf%82
Përkthim greqisht shqip – Μετάφραση Ελληνικά Αλβανικά
"ψηλοτάκουνος," te Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό
__________________________________
§ Shqipopedia ©
2013 - 2017

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *