ψυγείο


ψυγείο


(ουδέτερο ουσιαστικό – emër. gjin. asnj.)

frigorifer

ενικός πληθυντικός
ονομαστική το ψυγείο τα ψυγεία
γενική του ψυγείου των ψυγείων
αιτιατική το ψυγείο τα ψυγεία
κλητική ψυγείο ψυγεία

Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό → "ψυγείο":
ψυγείο → wiktionary
ψυγείο → wikipedia
ψυγείο → lexigram


Cito
greqisht.shqipopedia.org/ψυγείο

Lidhje - URL/LINK: http://greqisht.shqipopedia.org/%cf%88%cf%85%ce%b3%ce%b5%ce%af%ce%bf
Përkthim greqisht shqip – Μετάφραση Ελληνικά Αλβανικά
"ψυγείο," te Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό
__________________________________
§ Shqipopedia ©
2013 - 2017

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *