ψυχή


ψυχή

shpirt

njeri, person π.χ (δεν υπάρχει ψυχή – nuk ka këmbë njeriu)

kurajë π.χ (δεν έχει ψυχή – nuk ka kurajë)

ενικός πληθυντικός
ονομαστική η ψυχή οι ψυχές
γενική της ψυχής των ψυχών
αιτιατική την ψυχή τις ψυχές
κλητική ψυχή ψυχές
Cite this article as: Fjalor Greqisht, "ψυχή," in Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό, , https://greqisht.shqipopedia.org/%cf%88%cf%85%cf%87%ce%ae.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *