ψυχή


ψυχή

shpirt

njeri, person π.χ (δεν υπάρχει ψυχή – nuk ka këmbë njeriu)

kurajë π.χ (δεν έχει ψυχή – nuk ka kurajë)

ενικός πληθυντικός
ονομαστική η ψυχή οι ψυχές
γενική της ψυχής των ψυχών
αιτιατική την ψυχή τις ψυχές
κλητική ψυχή ψυχές

Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό → "ψυχή":
ψυχή → wiktionary
ψυχή → wikipedia
ψυχή → lexigram


Cito
greqisht.shqipopedia.org/ψυχή

Lidhje - URL/LINK: http://greqisht.shqipopedia.org/%cf%88%cf%85%cf%87%ce%ae
Përkthim greqisht shqip – Μετάφραση Ελληνικά Αλβανικά
"ψυχή," te Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό
__________________________________
§ Shqipopedia ©
2013 - 2017

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *