ψυχολογικός


ψυχολογικός


(αρσενικό ουσιαστικό- emër. gjin. mashk.)

psikologjik

ενικός πληθυντικός
ονομαστική ο ψυχολογικός οι ψυχολογικοί
γενική του ψυχολογικού των ψυχολογικών
αιτιατική τον ψυχολογικό τους ψυχολογικούς
κλητική ψυχολογικέ ψυχολογικοί

Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό → "ψυχολογικός":
ψυχολογικός → wiktionary
ψυχολογικός → wikipedia
ψυχολογικός → lexigram


Cito
greqisht.shqipopedia.org/ψυχολογικός

Lidhje - URL/LINK: http://greqisht.shqipopedia.org/%cf%88%cf%85%cf%87%ce%bf%ce%bb%ce%bf%ce%b3%ce%b9%ce%ba%cf%8c%cf%82
Përkthim greqisht shqip – Μετάφραση Ελληνικά Αλβανικά
"ψυχολογικός," te Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό
__________________________________
§ Shqipopedia ©
2013 - 2017

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *