ωοειδής


ωοειδής

oval

(επίθετο – mbiemër)

ενικός
Ονομαστική ωοειδής ωοειδής ωοειδές
Γενική ωοειδούς ωοειδούς ωοειδούς
Αιτιατική ωοειδή ωοειδή ωοειδές
Κλητική ωοειδή(ς) ωοειδής ωοειδές
πληθυντικός
Ονομαστική ωοειδείς ωοειδείς ωοειδή
Γενική ωοειδών ωοειδών ωοειδών
Αιτιατική ωοειδείς ωοειδείς ωοειδή
Κλητική ωοειδείς ωοειδείς ωοειδή
Cite this article as: Fjalor Greqisht, "ωοειδής," in Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό, , https://greqisht.shqipopedia.org/%cf%89%ce%bf%ce%b5%ce%b9%ce%b4%ce%ae%cf%82.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *