ωοειδής


ωοειδής

oval

(επίθετο – mbiemër)

ενικός
Ονομαστική ωοειδής ωοειδής ωοειδές
Γενική ωοειδούς ωοειδούς ωοειδούς
Αιτιατική ωοειδή ωοειδή ωοειδές
Κλητική ωοειδή(ς) ωοειδής ωοειδές
πληθυντικός
Ονομαστική ωοειδείς ωοειδείς ωοειδή
Γενική ωοειδών ωοειδών ωοειδών
Αιτιατική ωοειδείς ωοειδείς ωοειδή
Κλητική ωοειδείς ωοειδείς ωοειδή

Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό → "ωοειδής":
ωοειδής → wiktionary
ωοειδής → wikipedia
Cito
greqisht.shqipopedia.org/ωοειδής

Lidhje - URL/LINK: http://greqisht.shqipopedia.org/%cf%89%ce%bf%ce%b5%ce%b9%ce%b4%ce%ae%cf%82
Përkthim greqisht shqip – Μετάφραση Ελληνικά Αλβανικά
"ωοειδής," te Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό
__________________________________
§ Shqipopedia ©
2013 - 2018
"ωοειδής"

Related Post

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *