ωοειδής


ωοειδής

oval

(επίθετο – mbiemër)

ενικός
Ονομαστική ωοειδής ωοειδής ωοειδές
Γενική ωοειδούς ωοειδούς ωοειδούς
Αιτιατική ωοειδή ωοειδή ωοειδές
Κλητική ωοειδή(ς) ωοειδής ωοειδές
πληθυντικός
Ονομαστική ωοειδείς ωοειδείς ωοειδή
Γενική ωοειδών ωοειδών ωοειδών
Αιτιατική ωοειδείς ωοειδείς ωοειδή
Κλητική ωοειδείς ωοειδείς ωοειδή

Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό → "ωοειδής":
ωοειδής → wiktionary
ωοειδής → wikipedia
ωοειδής → lexigram


Cito
greqisht.shqipopedia.org/ωοειδής

Lidhje - URL/LINK: http://greqisht.shqipopedia.org/%cf%89%ce%bf%ce%b5%ce%b9%ce%b4%ce%ae%cf%82
Përkthim greqisht shqip – Μετάφραση Ελληνικά Αλβανικά
"ωοειδής," te Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό
__________________________________
§ Shqipopedia ©
2013 - 2017

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *