ωριαίος


ωριαίος

çdo orë
njëorësh
i përorshëm

(επίθετο – mbiem.)

ενικός
Ονομαστική ωριαίος ωριαία ωριαίο
Γενική ωριαίου ωριαίας ωριαίου
Αιτιατική ωριαίο ωριαία ωριαίο
Κλητική ωριαίε ωριαία ωριαίο
πληθυντικός
Ονομαστική ωριαίοι ωριαίες ωριαία
Γενική ωριαίων ωριαίων ωριαίων
Αιτιατική ωριαίους ωριαίες ωριαία
Κλητική ωριαίοι ωριαίες ωριαία

Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό → "ωριαίος":
ωριαίος → Ελληνοπαίδεια
ωριαίος → wikipedia
Cito
greqisht.shqipopedia.org/ωριαίος

Lidhje - URL/LINK: http://greqisht.shqipopedia.org/%cf%89%cf%81%ce%b9%ce%b1%ce%af%ce%bf%cf%82
Përkthim greqisht shqip – Μετάφραση Ελληνικά Αλβανικά
"ωριαίος," te Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό
__________________________________
§ Shqipopedia ©
2013 - 2018
"ωριαίος"

Related Post

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *