ωριαίος


ωριαίος

çdo orë
njëorësh
i përorshëm

(επίθετο – mbiem.)

ενικός
Ονομαστική ωριαίος ωριαία ωριαίο
Γενική ωριαίου ωριαίας ωριαίου
Αιτιατική ωριαίο ωριαία ωριαίο
Κλητική ωριαίε ωριαία ωριαίο
πληθυντικός
Ονομαστική ωριαίοι ωριαίες ωριαία
Γενική ωριαίων ωριαίων ωριαίων
Αιτιατική ωριαίους ωριαίες ωριαία
Κλητική ωριαίοι ωριαίες ωριαία
Cite this article as: Fjalor Greqisht, "ωριαίος," in Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό, , https://greqisht.shqipopedia.org/%cf%89%cf%81%ce%b9%ce%b1%ce%af%ce%bf%cf%82.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *