ωριαίος


ωριαίος

çdo orë
njëorësh
i përorshëm

(επίθετο – mbiem.)

ενικός
Ονομαστική ωριαίος ωριαία ωριαίο
Γενική ωριαίου ωριαίας ωριαίου
Αιτιατική ωριαίο ωριαία ωριαίο
Κλητική ωριαίε ωριαία ωριαίο
πληθυντικός
Ονομαστική ωριαίοι ωριαίες ωριαία
Γενική ωριαίων ωριαίων ωριαίων
Αιτιατική ωριαίους ωριαίες ωριαία
Κλητική ωριαίοι ωριαίες ωριαία

Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό → "ωριαίος":
ωριαίος → wiktionary
ωριαίος → wikipedia
ωριαίος → lexigram


Cito
greqisht.shqipopedia.org/ωριαίος

Lidhje - URL/LINK: http://greqisht.shqipopedia.org/%cf%89%cf%81%ce%b9%ce%b1%ce%af%ce%bf%cf%82
Përkthim greqisht shqip – Μετάφραση Ελληνικά Αλβανικά
"ωριαίος," te Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό
__________________________________
§ Shqipopedia ©
2013 - 2017

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *