ωροσκόπιο


ωροσκόπιο

horoskop
(ουδέτερο ουσιαστικό – emër. gjin. asnj.)

ενικός πληθυντικός
Ονομαστική το ωροσκόπιο τα ωροσκόπια
Γενική του ωροσκοπίου των ωροσκοπίων
Αιτιατική το ωροσκόπιο τα ωροσκόπια
Κλητική ωροσκόπιο ωροσκόπια
Cite this article as: Fjalor Greqisht, "ωροσκόπιο," in Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό, , https://greqisht.shqipopedia.org/%cf%89%cf%81%ce%bf%cf%83%ce%ba%cf%8c%cf%80%ce%b9%ce%bf.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *