ωτασπίδες


ωτασπίδες

tapa veshësh
(θηλυκό ουσιαστικό – emër. gjin. fem.)

 

(ωτοασπίδες)

ενικός πληθυντικός
Ονομαστική η ωτασπίδα οι ωτασπίδες
Γενική της ωτασπίδας των ωτασπίδων
Αιτιατική την ωτασπίδα τις ωτασπίδες
Κλητική ωτασπίδα ωτασπίδες
Cite this article as: Fjalor Greqisht, "ωτασπίδες," in Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό, , https://greqisht.shqipopedia.org/%cf%89%cf%84%ce%b1%cf%83%cf%80%ce%af%ce%b4%ce%b5%cf%82.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *