όρεξη


όρεξη

oreks

dëshirë/qejf π.χ (δεν εχω ορεξη να μιλησω – nuk kam dëshirë/ qejf të flas)

Cite this article as: Fjalor Greqisht, "όρεξη," in Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό, , https://greqisht.shqipopedia.org/%cf%8c%cf%81%ce%b5%ce%be%ce%b7.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *