ώρα


ώρα

orë
(θηλυκό ουσιαστικό – emër. gjin. fem.)

periudhë kohore π.χ (ώρα για ύπνο – ora e gjumit)

orë dore π.χ ( Δεν έχω ώρα πάνω μου – nuk kam orë me vete)

ενικός πληθυντικός
Ονομαστική η ώρα οι ώρες
Γενική της ώρας των ωρών
Αιτιατική την ώρα τις ώρες
Κλητική ώρα ώρες
Cite this article as: Fjalor Greqisht, "ώρα," in Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό, , https://greqisht.shqipopedia.org/%cf%8e%cf%81%ce%b1.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *