ώριμος


ώριμος

i pjekur (frut, njeri)

(επίθετο – mbiem.)

ΕΝΙΚΟΣ
Ονομαστική ώριμος ώριμη ώριμο
Γενική ώριμου ώριμης ώριμου
Αιτιατική ώριμο ώριμη ώριμο
Κλητική ώριμε ώριμη ώριμο
ΠΛΗΘΥΝΤΙΚΟΣ
Ονομαστική ώριμοι ώριμες ώριμα
Γενική ώριμων ώριμων ώριμων
Αιτιατική ώριμους ώριμες ώριμα
Κλητική ώριμοι ώριμες ώριμα

 


Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό → "ώριμος":
ώριμος → wiktionary
ώριμος → wikipedia
ώριμος → lexigram


Cito
greqisht.shqipopedia.org/ώριμος

Lidhje - URL/LINK: http://greqisht.shqipopedia.org/%cf%8e%cf%81%ce%b9%ce%bc%ce%bf%cf%82
Përkthim greqisht shqip – Μετάφραση Ελληνικά Αλβανικά
"ώριμος," te Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό
__________________________________
§ Shqipopedia ©
2013 - 2017

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *