απόθεμα


απόθεμα

( ουδέτερο ουσιαστικό – emër. gjin. asnj.)

rezervë
fond

ενικός πληθυντικός
ονομαστική το απόθεμα τα αποθέματα
γενική του αποθέματος των αποθεμάτων
αιτιατική το απόθεμα τα αποθέματα
κλητική απόθεμα αποθέματα
[cite]

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *