άθροισμα


άθροισμα

shumë
(ουδέτερο ουσιαστικό – emër. gjin. asnj.)

ενικός πληθυντικός
Ονομαστική το άθροισμα τα αθροίσματα
Γενική του αθροίσματος των αθροισμάτων
Αιτιατική το άθροισμα τα αθροίσματα
Κλητική άθροισμα αθροίσματα

Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό → "άθροισμα":
άθροισμα → Ελληνοπαίδεια
Cito:
Lidhje - URL/LINK: http://greqisht.shqipopedia.org/%ce%ac%ce%b8%cf%81%ce%bf%ce%b9%cf%83%ce%bc%ce%b1
Përkthim greqisht shqip – Μετάφραση Ελληνικά Αλβανικά
"άθροισμα," te Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό
__________________________________
§ Shqipopedia ©
2013 - 2018
"άθροισμα"

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *