Άλπεις


Άλπεις

( θηλυκό ουσιαστικό – emër. gjin. fem.)

Alpet

ενικός πληθυντικός
ονομαστική οι Άλπεις
γενική των Άλπεων
αιτιατική τις Άλπεις
κλητική Άλπεις

Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό → "Άλπεις":
Άλπεις → wiktionary
Άλπεις → wikipedia
Άλπεις → lexigram


Cito
greqisht.shqipopedia.org/Άλπεις

Lidhje - URL/LINK: http://greqisht.shqipopedia.org/%ce%ac%ce%bb%cf%80%ce%b5%ce%b9%cf%82
Përkthim greqisht shqip – Μετάφραση Ελληνικά Αλβανικά
"Άλπεις," te Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό
__________________________________
§ Shqipopedia ©
2013 - 2017

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *