αίτηση


αίτηση

( θηλυκό ουσιαστικό – emër. gjin. fem.)

kërkesë

ενικός πληθυντικός
ονομαστική η αίτηση οι αιτήσεις
γενική της αίτησης / αιτήσεως των αιτήσεων
αιτιατική την αίτηση τις αιτήσεις
κλητική αίτηση αιτήσεις

Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό → "αίτηση":
αίτηση → wiktionary
αίτηση → wikipedia
αίτηση → lexigram


Cito
greqisht.shqipopedia.org/αίτηση

Lidhje - URL/LINK: http://greqisht.shqipopedia.org/%ce%b1%ce%af%cf%84%ce%b7%cf%83%ce%b7
Përkthim greqisht shqip – Μετάφραση Ελληνικά Αλβανικά
"αίτηση," te Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό
__________________________________
§ Shqipopedia ©
2013 - 2017

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *