αγγελιαφόρος


αγγελιαφόρος

lajmëtar

(αρσενικό ουσιαστικό- emër. gjin. mashk.)

ενικός πληθυντικός
Ονομαστική ο αγγελιαφόρος οι αγγελιαφόροι
Γενική του αγγελιαφόρου των αγγελιαφόρων
Αιτιατική τον αγγελιαφόρο τους αγγελιαφόρους
Κλητική αγγελιαφόρε αγγελιαφόροι
Cite this article as: Fjalor Greqisht, "αγγελιαφόρος," in Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό, , https://greqisht.shqipopedia.org/%ce%b1%ce%b3%ce%b3%ce%b5%ce%bb%ce%b9%ce%b1%cf%86%cf%8c%cf%81%ce%bf%cf%82.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *