ακατοίκητος


ακατοίκητος

(επίθετο – mbiemër)

i pabanueshëm

ενικός
ονομαστική ακατοίκητος ακατοίκητη ακατοίκητο
γενική ακατοίκητου ακατοίκητης ακατοίκητου
αιτιατική ακατοίκητο ακατοίκητη ακατοίκητο
κλητική ακατοίκητε ακατοίκητη ακατοίκητο
πληθυντικός
ονομαστική ακατοίκητοι ακατοίκητες ακατοίκητα
γενική ακατοίκητων ακατοίκητων ακατοίκητων
αιτιατική ακατοίκητους ακατοίκητες ακατοίκητα
κλητική ακατοίκητοι ακατοίκητες ακατοίκητα
Cite this article as: Fjalor Greqisht, "ακατοίκητος," in Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό, , https://greqisht.shqipopedia.org/%ce%b1%ce%ba%ce%b1%cf%84%ce%bf%ce%af%ce%ba%ce%b7%cf%84%ce%bf%cf%82.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *