ακροατήριο


ακροατήριο

( ουδέτερο ουσιαστικό – emër. gjin. asnj.)

audiencë

ενικός πληθυντικός
ονομαστική το ακροατήριο τα ακροατήρια
γενική του ακροατηρίου των ακροατηρίων
αιτιατική το ακροατήριο τα ακροατήρια
κλητική ακροατήριο ακροατήρια
Cite this article as: Fjalor Greqisht, "ακροατήριο," in Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό, , https://greqisht.shqipopedia.org/%ce%b1%ce%ba%cf%81%ce%bf%ce%b1%cf%84%ce%ae%cf%81%ce%b9%ce%bf.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *