ακροατήριο


ακροατήριο

( ουδέτερο ουσιαστικό – emër. gjin. asnj.)

audiencë

ενικός πληθυντικός
ονομαστική το ακροατήριο τα ακροατήρια
γενική του ακροατηρίου των ακροατηρίων
αιτιατική το ακροατήριο τα ακροατήρια
κλητική ακροατήριο ακροατήρια

Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό → "ακροατήριο":
ακροατήριο → wiktionary
ακροατήριο → wikipedia
ακροατήριο → lexigram


Cito
greqisht.shqipopedia.org/ακροατήριο

Lidhje - URL/LINK: http://greqisht.shqipopedia.org/%ce%b1%ce%ba%cf%81%ce%bf%ce%b1%cf%84%ce%ae%cf%81%ce%b9%ce%bf
Përkthim greqisht shqip – Μετάφραση Ελληνικά Αλβανικά
"ακροατήριο," te Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό
__________________________________
§ Shqipopedia ©
2013 - 2017

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *