αμπέλι


αμπέλι

( ουδέτερο ουσιαστικό – emër. gjin. asnj.)

vresht

ενικός πληθυντικός
ονομαστική το αμπέλι τα αμπέλια
γενική του αμπελιού των αμπελιών
αιτιατική το αμπέλι τα αμπέλια
κλητική αμπέλι αμπέλια

Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό → "αμπέλι":
αμπέλι → Ελληνοπαίδεια
Cito:
Lidhje - URL/LINK: http://greqisht.shqipopedia.org/%ce%b1%ce%bc%cf%80%ce%ad%ce%bb%ce%b9
Përkthim greqisht shqip – Μετάφραση Ελληνικά Αλβανικά
"αμπέλι," te Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό
__________________________________
§ Shqipopedia ©
2013 - 2018
"αμπέλι"

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *