αμπέλι


αμπέλι

( ουδέτερο ουσιαστικό – emër. gjin. asnj.)

vresht

ενικός πληθυντικός
ονομαστική το αμπέλι τα αμπέλια
γενική του αμπελιού των αμπελιών
αιτιατική το αμπέλι τα αμπέλια
κλητική αμπέλι αμπέλια
Cite this article as: Fjalor Greqisht, "αμπέλι," in Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό, , https://greqisht.shqipopedia.org/%ce%b1%ce%bc%cf%80%ce%ad%ce%bb%ce%b9.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *