αμπέρ


αμπέρ

( άκλιτο ουδέτερο ουσιαστικό – emër. gjin. asnj. e palakueshme)

amper

Cite this article as: Fjalor Greqisht, "αμπέρ," in Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό, , https://greqisht.shqipopedia.org/%ce%b1%ce%bc%cf%80%ce%ad%cf%81.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *