αναισθητικό


αναισθητικό

( ουδέτερο ουσιαστικό – emër. gjin. asnj.)

mjet anastezik

ενικός πληθυντικός
ονομαστική το αναισθητικό τα αναισθητικά
γενική του αναισθητικού των αναισθητικών
αιτιατική το αναισθητικό τα αναισθητικά
κλητική αναισθητικό αναισθητικά
Cite this article as: Fjalor Greqisht, "αναισθητικό," in Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό, , https://greqisht.shqipopedia.org/%ce%b1%ce%bd%ce%b1%ce%b9%cf%83%ce%b8%ce%b7%cf%84%ce%b9%ce%ba%cf%8c.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *