ανατριχιάζω


ανατριχιάζω

(folje)
rënqeth
dridhem

Cite this article as: Fjalor Greqisht, "ανατριχιάζω," in Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό, , https://greqisht.shqipopedia.org/%ce%b1%ce%bd%ce%b1%cf%84%cf%81%ce%b9%cf%87%ce%b9%ce%ac%ce%b6%cf%89.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *