ανηψιά


ανηψιά

( θηλυκό ουσιαστικό – emër. gjin. fem.)

mbesë (nga vëllai apo motra)

ενικός πληθυντικός
ονομαστική η ανιψιά οι ανιψιές
γενική της ανιψιάς των ανιψιών
αιτιατική την ανιψιά τις ανιψιές
κλητική ανιψιά ανιψιές

Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό → "ανηψιά":
ανηψιά → Ελληνοπαίδεια
Cito:
Lidhje - URL/LINK: http://greqisht.shqipopedia.org/%ce%b1%ce%bd%ce%b7%cf%88%ce%b9%ce%ac
Përkthim greqisht shqip – Μετάφραση Ελληνικά Αλβανικά
"ανηψιά," te Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό
__________________________________
§ Shqipopedia ©
2013 - 2018
"ανηψιά"

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *