ανηψιός


ανηψιός

(αρσενικό ουσιαστικό – emër. gjin. mashk.)

nip (nga vëllai apo motra)

ενικός πληθυντικός
ονομαστική ο ανιψιός οι ανιψιοί
γενική του ανιψιού των ανιψιών
αιτιατική τον ανιψιό τους ανιψιούς
κλητική ανιψιέ ανιψιοί

Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό → "ανηψιός":
ανηψιός → wiktionary
ανηψιός → wikipedia
ανηψιός → lexigram


Cito
greqisht.shqipopedia.org/ανηψιός

Lidhje - URL/LINK: http://greqisht.shqipopedia.org/%ce%b1%ce%bd%ce%b7%cf%88%ce%b9%cf%8c%cf%82
Përkthim greqisht shqip – Μετάφραση Ελληνικά Αλβανικά
"ανηψιός," te Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό
__________________________________
§ Shqipopedia ©
2013 - 2017

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *