ανθρακωρύχος


ανθρακωρύχος

(αρσενικό ουσιαστικό – emër. gjin. mashk.)

minator

ενικός πληθυντικός
ονομαστική ο ανθρακωρύχος οι ανθρακωρύχοι
γενική του ανθρακωρύχου των ανθρακωρύχων
αιτιατική τον ανθρακωρύχο τους ανθρακωρύχους
κλητική ανθρακωρύχε ανθρακωρύχοι

Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό → "ανθρακωρύχος":
ανθρακωρύχος → wiktionary
ανθρακωρύχος → wikipedia
ανθρακωρύχος → lexigram


Cito
greqisht.shqipopedia.org/ανθρακωρύχος

Lidhje - URL/LINK: http://greqisht.shqipopedia.org/%ce%b1%ce%bd%ce%b8%cf%81%ce%b1%ce%ba%cf%89%cf%81%cf%8d%cf%87%ce%bf%cf%82
Përkthim greqisht shqip – Μετάφραση Ελληνικά Αλβανικά
"ανθρακωρύχος," te Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό
__________________________________
§ Shqipopedia ©
2013 - 2017

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *