ανθρακωρύχος


ανθρακωρύχος

(αρσενικό ουσιαστικό – emër. gjin. mashk.)

minator

ενικός πληθυντικός
ονομαστική ο ανθρακωρύχος οι ανθρακωρύχοι
γενική του ανθρακωρύχου των ανθρακωρύχων
αιτιατική τον ανθρακωρύχο τους ανθρακωρύχους
κλητική ανθρακωρύχε ανθρακωρύχοι
Cite this article as: Fjalor Greqisht, "ανθρακωρύχος," in Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό, , https://greqisht.shqipopedia.org/%ce%b1%ce%bd%ce%b8%cf%81%ce%b1%ce%ba%cf%89%cf%81%cf%8d%cf%87%ce%bf%cf%82.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *