αντίσκηνο


αντίσκηνο

( ουδέτερο ουσιαστικό – emër. gjin. asnj.)

tendë e vogël

ενικός πληθυντικός
ονομαστική το αντίσκηνο τα αντίσκηνα
γενική του αντίσκηνου των αντίσκηνων
αιτιατική το αντίσκηνο τα αντίσκηνα
κλητική αντίσκηνο αντίσκηνα
Cite this article as: Fjalor Greqisht, "αντίσκηνο," in Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό, , https://greqisht.shqipopedia.org/%ce%b1%ce%bd%cf%84%ce%af%cf%83%ce%ba%ce%b7%ce%bd%ce%bf.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *