αντίχειρας


αντίχειρας

(αρσενικό ουσιαστικό – emër. gjin. mashk.)

gisht i madh
pulqer

ενικός πληθυντικός
ονομαστική ο αντίχειρας οι αντίχειρες
γενική του αντίχειρα των αντιχείρων
αιτιατική τον αντίχειρα τους αντίχειρες
κλητική αντίχειρα αντίχειρες
Cite this article as: Fjalor Greqisht, "αντίχειρας," in Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό, , https://greqisht.shqipopedia.org/%ce%b1%ce%bd%cf%84%ce%af%cf%87%ce%b5%ce%b9%cf%81%ce%b1%cf%82.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *