ανταγωνιστής


ανταγωνιστής

(αρσενικό ουσιαστικό – emër. gjin. mashk.)

konkurrent

ενικός πληθυντικός
ονομαστική ο ανταγωνιστής οι ανταγωνιστές
γενική του ανταγωνιστή των ανταγωνιστών
αιτιατική τον ανταγωνιστή τους ανταγωνιστές
κλητική ανταγωνιστή ανταγωνιστές
Cite this article as: Fjalor Greqisht, "ανταγωνιστής," in Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό, , https://greqisht.shqipopedia.org/%ce%b1%ce%bd%cf%84%ce%b1%ce%b3%cf%89%ce%bd%ce%b9%cf%83%cf%84%ce%ae%cf%82.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *