αντωνυμία


αντωνυμία

( θηλυκό ουσιαστικό – emër. gjin. fem.)

përemër

ενικός πληθυντικός
ονομαστική η αντωνυμία οι αντωνυμίες
γενική της αντωνυμίας των αντωνυμιών
αιτιατική την αντωνυμία τις αντωνυμίες
κλητική αντωνυμία αντωνυμίες
Cite this article as: Fjalor Greqisht, "αντωνυμία," in Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό, , https://greqisht.shqipopedia.org/%ce%b1%ce%bd%cf%84%cf%89%ce%bd%cf%85%ce%bc%ce%af%ce%b1.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *