απογοητευμένος


απογοητευμένος

(μετοχή-pjesore)

i zhgënjyer

ενικός
ονομαστική απογοητευμένος απογοητευμένη απογοητευμένο
γενική απογοητευμένου απογοητευμένης απογοητευμένου
αιτιατική απογοητευμένο απογοητευμένη απογοητευμένο
κλητική απογοητευμένε απογοητευμένη απογοητευμένο
πληθυντικός
ονομαστική απογοητευμένοι απογοητευμένες απογοητευμένα
γενική απογοητευμένων απογοητευμένων απογοητευμένων
αιτιατική απογοητευμένους απογοητευμένες απογοητευμένα
κλητική απογοητευμένοι απογοητευμένες απογοητευμένα

Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό → "απογοητευμένος":
απογοητευμένος → Ελληνοπαίδεια
Cito:
Lidhje - URL/LINK: http://greqisht.shqipopedia.org/%ce%b1%cf%80%ce%bf%ce%b3%ce%bf%ce%b7%cf%84%ce%b5%cf%85%ce%bc%ce%ad%ce%bd%ce%bf%cf%82
Përkthim greqisht shqip – Μετάφραση Ελληνικά Αλβανικά
"απογοητευμένος," te Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό
__________________________________
§ Shqipopedia ©
2013 - 2018
"απογοητευμένος"

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *