απόλυση


απόλυση

( θηλυκό ουσιαστικό – emër. gjin. fem.)

shkarkim
pushim
heqje
lirim

ενικός πληθυντικός
ονομαστική η απόλυση οι απολύσεις
γενική της απόλυσης / απολύσεως των απολύσεων
αιτιατική την απόλυση τις απολύσεις
κλητική απόλυση απολύσεις
Cite this article as: Fjalor Greqisht, "απόλυση," in Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό, , https://greqisht.shqipopedia.org/%ce%b1%cf%80%cf%8c%ce%bb%cf%85%cf%83%ce%b7.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *