βάρος


βάρος

( ουδέτερο ουσιαστικό – emër. gjin. asnj.)

peshë

ενικός πληθυντικός
ονομαστική το βάρος τα βάρη
γενική του βάρους των βαρών
αιτιατική το βάρος τα βάρη
κλητική βάρος βάρη
Cite this article as: Fjalor Greqisht, "βάρος," in Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό, , https://greqisht.shqipopedia.org/%ce%b2%ce%ac%cf%81%ce%bf%cf%82.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *