βέβαιος


βέβαιος

(επίθετο – mbiemër)

i sigurt

ενικός
ονομαστική βέβαιος βέβαιη βέβαιο
γενική βέβαιου βέβαιης βέβαιου
αιτιατική βέβαιο βέβαιη βέβαιο
κλητική βέβαιε βέβαιη βέβαιο
πληθυντικός
ονομαστική βέβαιοι βέβαιες βέβαια
γενική βέβαιων βέβαιων βέβαιων
αιτιατική βέβαιους βέβαιες βέβαια
κλητική βέβαιοι βέβαιες βέβαια
Cite this article as: Fjalor Greqisht, "βέβαιος," in Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό, , https://greqisht.shqipopedia.org/%ce%b2%ce%ad%ce%b2%ce%b1%ce%b9%ce%bf%cf%82.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *