Βέλγος


Βέλγος

(αρσενικό ουσιαστικό – emër. gjin. mashk.)

belg

ενικός πληθυντικός
ονομαστική ο Βέλγος οι Βέλγοι
γενική του Βέλγου των Βέλγων
αιτιατική το Βέλγο τους Βέλγους
κλητική Βέλγε Βέλγοι

Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό → "Βέλγος":
Βέλγος → wiktionary
Βέλγος → wikipedia
Βέλγος → lexigram


Cito
greqisht.shqipopedia.org/Βέλγος

Lidhje - URL/LINK: http://greqisht.shqipopedia.org/%ce%b2%ce%ad%ce%bb%ce%b3%ce%bf%cf%82
Përkthim greqisht shqip – Μετάφραση Ελληνικά Αλβανικά
"Βέλγος," te Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό
__________________________________
§ Shqipopedia ©
2013 - 2017

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *