βασανιστικός


βασανιστικός

(επίθετο – mbiemër)

torturues

ενικός
ονομαστική βασανιστικός βασανιστική βασανιστικό
γενική βασανιστικού βασανιστικής βασανιστικού
αιτιατική βασανιστικό βασανιστική βασανιστικό
κλητική βασανιστικέ βασανιστική βασανιστικό
πληθυντικός
ονομαστική βασανιστικοί βασανιστικές βασανιστικά
γενική βασανιστικών βασανιστικών βασανιστικών
αιτιατική βασανιστικούς βασανιστικές βασανιστικά
κλητική βασανιστικοί βασανιστικές βασανιστικά

Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό → "βασανιστικός":
βασανιστικός → Ελληνοπαίδεια
βασανιστικός → wikipedia
Cito
greqisht.shqipopedia.org/βασανιστικός

Lidhje - URL/LINK: http://greqisht.shqipopedia.org/%ce%b2%ce%b1%cf%83%ce%b1%ce%bd%ce%b9%cf%83%cf%84%ce%b9%ce%ba%cf%8c%cf%82
Përkthim greqisht shqip – Μετάφραση Ελληνικά Αλβανικά
"βασανιστικός," te Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό
__________________________________
§ Shqipopedia ©
2013 - 2018
"βασανιστικός"

Related Post

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *