βιομηχανία


βιομηχανία

( θηλυκό ουσιαστικό – emër. gjin. fem.)

industri

ενικός πληθυντικός
ονομαστική η βιομηχανία οι βιομηχανίες
γενική της βιομηχανίας των βιομηχανιών
αιτιατική τη βιομηχανία τις βιομηχανίες
κλητική βιομηχανία βιομηχανίες
Cite this article as: Fjalor Greqisht, "βιομηχανία," in Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό, , https://greqisht.shqipopedia.org/%ce%b2%ce%b9%ce%bf%ce%bc%ce%b7%cf%87%ce%b1%ce%bd%ce%af%ce%b1.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *