βομβαρδισμός


βομβαρδισμός

(αρσενικό ουσιαστικό – emër. gjin. mashk.)

bombardim

ενικός πληθυντικός
ονομαστική ο βομβαρδισμός οι βομβαρδισμοί
γενική του βομβαρδισμού των βομβαρδισμών
αιτιατική το βομβαρδισμό τους βομβαρδισμούς
κλητική βομβαρδισμέ βομβαρδισμοί

Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό → "βομβαρδισμός":
βομβαρδισμός → wiktionary
βομβαρδισμός → wikipedia
βομβαρδισμός → lexigram


Cito
greqisht.shqipopedia.org/βομβαρδισμός

Lidhje - URL/LINK: http://greqisht.shqipopedia.org/%ce%b2%ce%bf%ce%bc%ce%b2%ce%b1%cf%81%ce%b4%ce%b9%cf%83%ce%bc%cf%8c%cf%82
Përkthim greqisht shqip – Μετάφραση Ελληνικά Αλβανικά
"βομβαρδισμός," te Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό
__________________________________
§ Shqipopedia ©
2013 - 2017

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *