βομβαρδισμός


βομβαρδισμός

(αρσενικό ουσιαστικό – emër. gjin. mashk.)

bombardim

ενικός πληθυντικός
ονομαστική ο βομβαρδισμός οι βομβαρδισμοί
γενική του βομβαρδισμού των βομβαρδισμών
αιτιατική το βομβαρδισμό τους βομβαρδισμούς
κλητική βομβαρδισμέ βομβαρδισμοί
Cite this article as: Fjalor Greqisht, "βομβαρδισμός," in Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό, , https://greqisht.shqipopedia.org/%ce%b2%ce%bf%ce%bc%ce%b2%ce%b1%cf%81%ce%b4%ce%b9%cf%83%ce%bc%cf%8c%cf%82.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *