βοσνιακός


βοσνιακός

(επίθετο – mbiemër)

boshnjak

ενικός
ονομαστική βοσνιακός βοσνιακή βοσνιακό
γενική βοσνιακού βοσνιακής βοσνιακού
αιτιατική βοσνιακό βοσνιακή βοσνιακό
κλητική βοσνιακέ βοσνιακή βοσνιακό
πληθυντικός
ονομαστική βοσνιακοί βοσνιακές βοσνιακά
γενική βοσνιακών βοσνιακών βοσνιακών
αιτιατική βοσνιακούς βοσνιακές βοσνιακά
κλητική βοσνιακοί βοσνιακές βοσνιακά

Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό → "βοσνιακός":
βοσνιακός → Ελληνοπαίδεια
βοσνιακός → wikipedia
Cito
greqisht.shqipopedia.org/βοσνιακός

Lidhje - URL/LINK: http://greqisht.shqipopedia.org/%ce%b2%ce%bf%cf%83%ce%bd%ce%b9%ce%b1%ce%ba%cf%8c%cf%82
Përkthim greqisht shqip – Μετάφραση Ελληνικά Αλβανικά
"βοσνιακός," te Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό
__________________________________
§ Shqipopedia ©
2013 - 2018
"βοσνιακός"

Related Post

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *