βράχος


βράχος

(αρσενικό ουσιαστικό – emër. gjin. mashk.)

shkëmb

ενικός πληθυντικός
ονομαστική ο βράχος οι βράχοι
γενική του βράχου των βράχων
αιτιατική το βράχο τους βράχους
κλητική βράχε βράχοι

Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό → "βράχος":
βράχος → wiktionary
βράχος → wikipedia
βράχος → lexigram


Cito
greqisht.shqipopedia.org/βράχος

Lidhje - URL/LINK: http://greqisht.shqipopedia.org/%ce%b2%cf%81%ce%ac%cf%87%ce%bf%cf%82
Përkthim greqisht shqip – Μετάφραση Ελληνικά Αλβανικά
"βράχος," te Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό
__________________________________
§ Shqipopedia ©
2013 - 2017

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *