βροντή


βροντή

( θηλυκό ουσιαστικό – emër. gjin. fem.)

bubullimë

ενικός πληθυντικός
ονομαστική η βροντή οι βροντές
γενική της βροντής των βροντών
αιτιατική τη βροντή τις βροντές
κλητική βροντή βροντές

Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό → "βροντή":
βροντή → wiktionary
βροντή → wikipedia
βροντή → lexigram


Cito
greqisht.shqipopedia.org/βροντή

Lidhje - URL/LINK: http://greqisht.shqipopedia.org/%ce%b2%cf%81%ce%bf%ce%bd%cf%84%ce%ae
Përkthim greqisht shqip – Μετάφραση Ελληνικά Αλβανικά
"βροντή," te Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό
__________________________________
§ Shqipopedia ©
2013 - 2017

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *