βόλτα


βόλτα

( θηλυκό ουσιαστικό – emër. gjin. fem.)

udhëtim
xhiro

ενικός πληθυντικός
ονομαστική η βόλτα οι βόλτες
γενική της βόλτας των βολτών
αιτιατική τη βόλτα τις βόλτες
κλητική βόλτα βόλτες

Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό → "βόλτα":
βόλτα → Ελληνοπαίδεια
βόλτα → wikipedia
Cito
greqisht.shqipopedia.org/βόλτα

Lidhje - URL/LINK: http://greqisht.shqipopedia.org/%ce%b2%cf%8c%ce%bb%cf%84%ce%b1
Përkthim greqisht shqip – Μετάφραση Ελληνικά Αλβανικά
"βόλτα," te Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό
__________________________________
§ Shqipopedia ©
2013 - 2018
"βόλτα"

Related Post

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *