ζευγαρωμένος


ζευγαρωμένος

i çiftëzuar

Cite this article as: Fjalor Greqisht, "ζευγαρωμένος," in Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό, , https://greqisht.shqipopedia.org/%ce%b6%ce%b5%cf%85%ce%b3%ce%b1%cf%81%cf%89%ce%bc%ce%ad%ce%bd%ce%bf%cf%82.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *