κολακευμένος


κολακευμένος

i lëvduar

Cite this article as: Fjalor Greqisht, "κολακευμένος," in Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό, , https://greqisht.shqipopedia.org/%ce%ba%ce%bf%ce%bb%ce%b1%ce%ba%ce%b5%cf%85%ce%bc%ce%ad%ce%bd%ce%bf%cf%82.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *