λαχταρώ


λαχταρώ

(folje)
dëshiroj shumë
vdes për diçka
tmerrohem/ trembem/ llahtaris π.χ (λαχτάρησα όταν είδα το σκύλο σου – u tmerrova kur pashë qenin tënd)

Cite this article as: Fjalor Greqisht, "λαχταρώ," in Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό, , https://greqisht.shqipopedia.org/%ce%bb%ce%b1%cf%87%cf%84%ce%b1%cf%81%cf%8e.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *