λογαριάζω


λογαριάζω

(folje)
numëroj
bëj llogari
marr parasysh
llogaris
përfill π.χ (δεν λογαριάζω κανέναν – nuk përfill asnjë)

Cite this article as: Fjalor Greqisht, "λογαριάζω," in Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό, , https://greqisht.shqipopedia.org/%ce%bb%ce%bf%ce%b3%ce%b1%cf%81%ce%b9%ce%ac%ce%b6%cf%89.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *