μάστιγα


μάστιγα

kamxhik
fshikull
plagë sociale/ gjëmë e madhe π.χ (η μάστιγα της ανεργίας – problemi i papunësise)

Cite this article as: Fjalor Greqisht, "μάστιγα," in Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό, , https://greqisht.shqipopedia.org/%ce%bc%ce%ac%cf%83%cf%84%ce%b9%ce%b3%ce%b1.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *