μανίκι


μανίκι

mëngë
diçka shumë e vështirë π.χ (αυτή η δουλειά είναι μανίκι – kjo punë është shumë e vështirë)


Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό → "μανίκι":
μανίκι → wiktionary
μανίκι → wikipedia
μανίκι → lexigram


Cito
greqisht.shqipopedia.org/μανίκι

Lidhje - URL/LINK: http://greqisht.shqipopedia.org/%ce%bc%ce%b1%ce%bd%ce%af%ce%ba%ce%b9
Përkthim greqisht shqip – Μετάφραση Ελληνικά Αλβανικά
"μανίκι," te Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό
__________________________________
§ Shqipopedia ©
2013 - 2017

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *