μανίκι


μανίκι

mëngë
diçka shumë e vështirë π.χ (αυτή η δουλειά είναι μανίκι – kjo punë është shumë e vështirë)

Cite this article as: Fjalor Greqisht, "μανίκι," in Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό, , https://greqisht.shqipopedia.org/%ce%bc%ce%b1%ce%bd%ce%af%ce%ba%ce%b9.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *