μασκοφορεμένος


μασκοφορεμένος

me maskë

Cite this article as: Fjalor Greqisht, "μασκοφορεμένος," in Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό, , https://greqisht.shqipopedia.org/%ce%bc%ce%b1%cf%83%ce%ba%ce%bf%cf%86%ce%bf%cf%81%ce%b5%ce%bc%ce%ad%ce%bd%ce%bf%cf%82.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *