μοίρα


μοίρα

fat
pjesë π.χ (η νόμιμη μοίρα – pjesë që i takon «dikujt» me ligj/ trashëgimi)
gradë π.χ (γωνιά τριάντα μοιρών – kënd tridhjetë gradësh)
skuadër/ njësi π.χ ( στρατιωτική, αεροπορική, ναυτική – ushtarake, ajrore, detare)

Cite this article as: Fjalor Greqisht, "μοίρα," in Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό, , https://greqisht.shqipopedia.org/%ce%bc%ce%bf%ce%af%cf%81%ce%b1.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *